Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, άρχισε να αναδύεται  όλο και περισσότερο έντονα  το φαινόμενο της  διεθνικής οικονομίας. Οι πολυεθνικές  εταιρείες κατάφεραν να  ενσωματώνουν αγορές πέρα από τα εθνικά σύνορα, δηλαδή να ανεξαρτητοποιούνται  από το κράτος και τους εδαφικούς του περιορισμούς.  Αυτή η ικανότητα λειτουργίας ενδυνάμωσε την τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου και τα συμφέροντα των πολυεθνικών έπαψαν πλέον να ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εθνικών κυβερνήσεων και του έθνους τους. Με τις μεθόδους υπό/υπερτιμολογήσεων κατόρθωσαν να αποφεύγουν την πληρωμή φόρων, στερώντας από τις κυβερνήσεις απαραίτητους πόρους για την κοινωνική πολιτική που αυτές εφάρμοζαν.  Η ζημιά έγινε μεγαλύτερη όταν οι κυβερνήσεις άρχισαν να υποκαθιστούν την απώλεια αυτών των πόρων με δανεικά από το παγκόσμιο κέντρο offshore, το  Σίτυ του Λονδίνου, όπου επένδυαν τα κέρδη από την φοροαποφυγή οι πολυεθνικές εταιρείες.

Τον Οκτώβριο του 1922 ο νεαρός τότε Έρνεστ Χέμινγουαιη, ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Daily Star, παρακολουθούσε την έξοδο των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη στην Μακεδονία και έγραψε: «είκοσι μίλια κάρα το ένα πίσω από το άλλο, που τα έσερναν αγελάδες, βόδια και καταλασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ αποκαμωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παραπατώντας, με κουβέρτες πάνω στο κεφάλι, βάδιζαν στα τυφλά κάτω απ’ την βροχή πλάι στα επίγεια αγαθά τους».

Ήταν ίσως το θλιβερότερο βάρος που κληροδότησε μια δεκαετία πολέμων στην χώρα που τους υποδέχτηκε. Σφράγισαν την κατάληξη των αλυτρωτικών ονείρων της Ελλάδας και την απαρχή μιας νέας εποχής προκλήσεων και εσωτερικών μετασχηματισμών.

Από το 1910 κυριαρχούσε στην ελληνική πολιτική η μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην διαδικασία της ανοικοδόμησης μιας αστικής τάξης πραγμάτων, στην δεκαετία του 1920, ο Βενιζέλος προχώρησε σε αρκετές μεταρρυθμίσεις στον αγροτικό τομέα αλλά και στην βιομηχανία με αποτέλεσμα μεταξύ των ετών 1921 – 1929 ο ρυθμός ανάπτυξης να φτάσει στο 6,8% ετησίως, αρκετά μεγαλύτερος από εκείνον της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας και ελαφρά μικρότερος της Βουλγαρίας, η οποία ξεκινούσε από χαμηλότερη βάση. Ωστόσο οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν συνοδεύονταν από ενδείξεις εκσυγχρονισμού δεδομένου ότι αυτή η ανάπτυξη λίγους οπαδούς βρήκε μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών. « Ο Ελληνικός εθνικισμός είχε διαποτιστεί βαθιά από αντιβιομηχανικό πνεύμα»

Συναντήσεις

   
   
   
   
   

Νewsletter