Τον Οκτώβριο του 1922 ο νεαρός τότε Έρνεστ Χέμινγουαιη, ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Daily Star, παρακολουθούσε την έξοδο των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη στην Μακεδονία και έγραψε: «είκοσι μίλια κάρα το ένα πίσω από το άλλο, που τα έσερναν αγελάδες, βόδια και καταλασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ αποκαμωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παραπατώντας, με κουβέρτες πάνω στο κεφάλι, βάδιζαν στα τυφλά κάτω απ’ την βροχή πλάι στα επίγεια αγαθά τους».

Ήταν ίσως το θλιβερότερο βάρος που κληροδότησε μια δεκαετία πολέμων στην χώρα που τους υποδέχτηκε. Σφράγισαν την κατάληξη των αλυτρωτικών ονείρων της Ελλάδας και την απαρχή μιας νέας εποχής προκλήσεων και εσωτερικών μετασχηματισμών.

Από το 1910 κυριαρχούσε στην ελληνική πολιτική η μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην διαδικασία της ανοικοδόμησης μιας αστικής τάξης πραγμάτων, στην δεκαετία του 1920, ο Βενιζέλος προχώρησε σε αρκετές μεταρρυθμίσεις στον αγροτικό τομέα αλλά και στην βιομηχανία με αποτέλεσμα μεταξύ των ετών 1921 – 1929 ο ρυθμός ανάπτυξης να φτάσει στο 6,8% ετησίως, αρκετά μεγαλύτερος από εκείνον της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας και ελαφρά μικρότερος της Βουλγαρίας, η οποία ξεκινούσε από χαμηλότερη βάση. Ωστόσο οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν συνοδεύονταν από ενδείξεις εκσυγχρονισμού δεδομένου ότι αυτή η ανάπτυξη λίγους οπαδούς βρήκε μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών. « Ο Ελληνικός εθνικισμός είχε διαποτιστεί βαθιά από αντιβιομηχανικό πνεύμα»

Το 1927 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος σαν αποτέλεσμα των όρων που τέθηκαν στις διαπραγματεύσεις με την Κοινωνία των Εθνών για την σύναψη ενός νέου δανείου, ύψους 9 εκατομμυρίων στερλινών, τις οποίες διεξήγε μια επιτροπή ειδικών στα χρηματοοικονομικά ζητήματα με επικεφαλής τον Γάλλο οικονομολόγο Αβενόλ όπου τέθηκε οι προϋποθέσεις αφενός να επιστρέψει η χώρα στον χρυσό κανόνα (γεγονός που προβλήθηκε ως επανενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια οικονομική τάξη) και αφετέρου να καλύψει τα συσσωρευμένα ελλείμματα των προηγουμένων ετών.

Το επόμενο έτος 1928 η κυβέρνηση Βενιζέλου σύνηψε νέα μεγάλα δάνεια για την χρηματοδότηση «παραγωγικών έργων», στο εξωτερικό και άλλα μικρότερα στο εσωτερικό. Το 1929 δημιουργήθηκε μια σχολή για την εκπαίδευση των υπαλλήλων στα οικονομικά υπουργεία και έστειλε αξιωματούχους στην Αγγλία για να μελετήσουν την δημοσιονομική οργάνωση και χρηματοπιστωτική διαχείριση. Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την χρηματοδότηση του γεωργικού τομέα.

Αν και φάνηκε λοιπόν πως υπήρχε μια διάθεση αποφασιστικής παρέμβασης τα πράγματα ήρθαν αλλιώς.

Ο Βενιζέλος αγνόησε τις προτάσεις του τμήματος εργασίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για την καθιέρωση του οκταώρου, για την εισαγωγή της κοινωνικής ασφάλισης για όλους τους εργάτες, για την ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Ήταν αποφασισμένος να κρατήσει τους μισθούς χαμηλά για να ελκύσει το ξένο κεφάλαιο στην ελληνική βιομηχανία. Προτίμησε την νομισματική σταθερότητα μέσω του περιορισμού των δαπανών με αποτέλεσμα να μην αυξάνονται τα έσοδα του κράτους και έγινε δυσχερής η εξυπηρέτηση των δανείων του.

«Υπάρχει οικονομική κρίση στην Ελλάδα;» ρωτούσε το Bulletin Economique et Financier της Τράπεζας Αθηνών τον Σεπτέμβριο του 1929. Η απάντηση από το ίδιο έντυπο ήταν κατηγορηματική: Δεν υπήρχε κανενός είδους κρίση, το κύμα των χρεωκοπιών δεν ήταν τίποτα περισσότερο από επιστροφή στην κανονική τάξη πραγμάτων.

Όμως αυτά ηχούσαν κούφια μέσα στα αναμφίβολα σημάδια της ύφεσης.

Τον Οκτώβριο του 1928, λίγους μήνες από τότε που άνοιξε τις πύλες της η Τράπεζα της Ελλάδος, οι κυριότερες ελληνικές τράπεζες ίδρυσαν την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, η οποία κύριο σκοπό είχε να αντιτάξει κοινό μέτωπο στην κεντρική τράπεζα.

Ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος επικαλούμενη τις απόψεις που είχε δημοσιεύσει λίγο νωρίτερα ο Κέυνς στην Πραγματεία περί χρήματος, πρότεινε να υποχρεωθούν οι εμπορικές τράπεζες να διατηρούν ένα ποσοστό ρευστότητας ίσο τουλάχιστον με το 15% των καταθέσεων, από το οποίο θα έπρεπε να κατατίθεται στην Τράπεζα Ελλάδος το 7%, ο νόμος που ψηφίστηκε τελικά τον Ιούνιο του 1931 προέβλεπε ως ελάχιστο ποσοστό ρευστότητας το 12% των καταθέσεων, που δεν ήταν κιόλας υποχρεωμένες να παραδίδουν στην κεντρική τράπεζα. Ακόμα χειρότερα η Τράπεζα της Ελλάδος είχε πολύ περιορισμένο ρόλο στην κίνηση συναλλάγματος.

Το 1930 η Κοινωνία των Εθνών είχε διορίσει σύμβουλο στην Τράπεζα της Ελλάδος τον Φίνλαιησον.

Αυτός προειδοποίησε τον Βενιζέλο σε μια συνάντησή τους πως η Τράπεζα της Ελλάδος, αντίθετα με όλες τις άλλες κεντρικές Ευρωπαϊκές τράπεζες παίζει απλώς παθητικό ρόλο. Ο ίδιος έστειλε στα τέλη Ιουνίου 1931 μια αναφορά σχετικά με το προηγούμενο εννεάμηνο, συνοδεύοντάς την με την προειδοποίηση ότι «δεν χωρεί η ελάχιστη αμφιβολία ότι στην Ελλάδα εξακολουθεί να υφίσταται σοβαρή έλλειψη οικονομικής ισορροπίας και πως αν δεν ληφθούν επανορθωτικά μέτρα, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια όντως σοβαρή κατάσταση».

Λίγες μέρες μετά άρχισε η πτώση στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Των μετοχών ήταν μεγάλη, ενώ των ομολόγων του δημοσίου μικρότερη αλλά πιο σημαντική αφού οι εμπορικές τράπεζες είχαν αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις τους σ’ αυτά. Τα επιτόκια αυξήθηκαν από 8% σε 11% αλλά οι συνολικές καταθέσεις μειώνονταν. Η κυβέρνηση ζήτησε βοήθεια 1.000.000 στερλίνες από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών η οποία ασχολείτο με διασώσεις αυτού του τύπου, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση με την αιτιολογία ότι η ΤΔΔ δεν μπορούσε να ελέγξει τις δραστηριότητες των ελληνικών εμπορικών τραπεζών.

Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η στερλίνα εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού. Στις επόμενες ημέρες ο Βενιζέλος κάλεσε διάφορες συσκέψεις στις οποίες συμμετείχαν τραπεζίτες και κρατικοί αξιωματούχοι, όπου ασκήθηκαν έντονες πιέσεις κυρίως από το μέρος των τραπεζιτών για την προσκόλληση της χώρας στον χρυσό κανόνα για την αποφυγή της υποτίμησης της δραχμής. Κυριότερος επικριτής της απόφασης της παραμονής στον χρυσό κανόνα ήταν ο πανεπιστημιακός καθηγητής και σύμβουλος της ΤΕ Κυριάκος Βαρβαρέσος.

Στις 22 Σεπτεμβρίου μετά τον πανικό στις πωλήσεις μετοχών, το ΧΑ έκλεισε. Τώρα όλοι ορμούσαν στα συναλλαγματικά αποθέματα της ΤΕ και μέσα σε μια εβδομάδα οι συνολικές απώλειες ανήλθαν σε 3,6 εκατομμύρια δολάρια.

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Βενιζέλος επιμένοντας εκφώνησε ένα λόγο επαναλαμβάνοντας ότι η νομισματική σταθερότητα ήταν προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης της χώρας. Δήλωσε δε πως ήταν έτοιμος να δει το επιτόκιο να φτάνει στο 20% ή ακόμα και στο 50% αν κινδύνευε η ασφάλεια της δραχμής. Στην πραγματικότητα ο πρωθυπουργός είχε κλονιστεί. Σε μια προσπάθεια να βρει ένα αποδιοπομπαίο τράγο για την κακή διαχείριση της κρίσης, ο φιλελεύθερος Βενιζέλος μηχανεύτηκε την παραίτηση του πιστού υποστηρικτή του Αλέξανδρου Διομήδη διοικητή της ΤΕ, κατηγορώντας τον πως απέτυχε να επιβάλει αρκετά αυστηρούς συναλλαγματικούς περιορισμούς.

Τον Ιανουάριο του 1932 ο Βενιζέλος ξεκίνησε το ταξίδι του στο εξωτερικό Ρώμη, Παρίσι, Λονδίνο. Το αίτημά του ήταν να ανασταλεί επί μια πενταετία η καταβολή χρεολυσίων και ζητούσε νέο δάνειο 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Προειδοποίησε δε πως αν η Ελλάδα δεν εξασφάλιζε βοήθεια θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τον χρυσό κανόνα και θα βυθιζόταν στον πληθωρισμό και την κοινωνική αναταραχή.

Προτιμήθηκε ο δρόμος της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών. Η Ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να υποβάλει στην ΚΤΕ ένα αίτημα για αποστολή εμπειρογνώμονα πρώτα. Έτσι και έγινε και τον Φεβρουάριο έφτασε στην Αθήνα ο Νημάγερ, ο οποίος έμεινε εδώ δύο βδομάδες, συγκεντρώνοντας στοιχεία για την έκθεση που θα συνέτασσε.

Εν τω μεταξύ στην χώρα οι συνθήκες χειροτέρευαν εμφανώς, έως ότου τον Μάρτιο του 1932 προκλήθηκε στάση εμπορίου, εργοστάσια έκλεισαν, στην Νάουσα οι εργάτες οργάνωσαν συλλαλητήριο ζητώντας ψωμί, οι άνεργοι έσπασαν την πρόσοψη φούρνου στην Ξάνθη και στην Νιγρίτα οι χωροφύλακες άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους, όταν μια διαδήλωση έκλεισε τον δρόμο σε φορτηγά που έφευγαν φορτωμένα με καπνό από την πόλη. Ο φιλελεύθερος υπουργός εσωτερικών επέρριψε την ευθύνη στους κομμουνιστές. Τα πυρά στράφηκαν κατά των εμπορικών τραπεζών, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν ήταν πλέον σε θέση να προσφέρουν νέα δάνεια. Έκλεισε δε η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου.

Στην σύνοδο της ΔΕΚΕ της 10 Μαρτίου για την συζήτηση παροχής βοήθειας προς την Ελλάδα, δεν επιτεύχθηκε συμφωνία. Στην Αθήνα ο Βενιζέλος ήθελε να παραιτηθεί ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια οικουμενική κυβέρνηση η οποία θα έπαιρνε μέτρα που ο ίδιος είχε δεσμευτεί να μην πάρει, αλλά ο Τσαλδάρης αρνήθηκε.

Οι εισηγήσεις πλέον των ξένων συμβούλων προς τον πρωθυπουργό πίεζαν να αποδεχτεί την ήττα του στην μάχη της δραχμής. Στις 8 Απριλίου ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος, εξέχων βιομήχανος, κάλεσε την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τον χρυσό κανόνα.

Αυτό έγινε λίγες μέρες αργότερα, όταν στην Βουλή ο Κυριάκος Βαρβαρέσος ο οποίος είχε μόλις οριστεί Υπουργός Οικονομικών, παρουσίασε νόμο με τον οποίο η δραχμή εγκατέλειπε επισήμως τον κανόνα χρυσού. Η ΤΕ απαλλάχτηκε στο εξής από την υποχρέωση να ανταλλάσει με χρυσό τα χαρτονομίσματα που εξέδιδε και αφηνόταν στην εξουσία της ο καθορισμός των ισοτιμιών της δραχμής.

Επειδή ο Βενιζέλος είχε ακολουθήσει πολιτική ανοικοδόμησης στηριγμένη στον εξωτερικό δανεισμό, η χώρα είχε αποδεχτεί σημαντικούς περιορισμούς της εθνικής της κυριαρχίας, εφ’ όσον οργανισμοί όπως η ΔΕΚΕ και η ΕΑΠ (για να μην αναφέρουμε τον ΔΟΕ που υπήρχε ήδη) απέκτησαν δικαιώματα παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις, για να προστατεύσουν τα δικαιώματα των ξένων πιστωτών. Από την μια μέρα στην άλλη όταν φάνηκε πως το ξένο συνάλλαγμα είχε πλέον εξαντληθεί, η ισορροπία μετατοπίστηκε από τον πιστωτή προς τον οφειλέτη. Άρχισαν παρατεταμένες διαπραγματεύσεις στις οποίες η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα συνονθύλευμα ιδιωτικών εταιρειών, ομολογιούχων και ξένων κυβερνήσεων.

Ο κανόνας χρυσού υποτίθεται πως συνέδεε την συναλλαγματική ισοτιμία και την πιστωτική πολιτική. Στο ερώτημα ποιο νομισματικό καθεστώς έπρεπε να τον αντικαταστήσει επελέγη η λύση της ελεύθερης διακύμανσης της δραχμής μαζί με την επιβολή σημαντικών περιορισμών στην διασυνοριακή κίνηση συναλλάγματος, στις αγοραπωλησίες συναλλάγματος από τις εμπορικές τράπεζες και τον περιορισμό του κρατικού δανεισμού.

Η δραχμή υποτιμήθηκε ραγδαία, υποχωρώντας έναντι της στερλίνας από 305 δρχ στις 31 Μαρτίου του 1932 στις 552 στις 31 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Αυτό ήταν το ναδίρ, δεδομένου ότι τα αποθέματα της ΤΕ την ημέρα εκείνη σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα ήταν 783,5 εκατομμύρια δραχμές αλλά στο τέλος Ιουλίου είχαν ανέλθει σε 1.866,1 εκατομμύρια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν επαληθεύτηκαν οι προγνώσεις πως θα υπήρχαν μαζικές αναλήψεις. Οι συνολικές καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών παρέμειναν σταθερές μέχρι τα τέλη του 1932 και αυξάνονταν σταθερά σε ονομαστικούς όρους την επόμενη δεκαετία.

Περαιτέρω και κατά τον Ιανουάριο του 1933, όσο γινόταν αισθητή στην αγορά η υπερβολική πτώση της δραχμής, παρατηρήθηκε μεγάλη προσφορά συναλλάγματος. Ένα μέρος από αυτά, αποτελείτο από κεφάλαια που είχαν αποσυρθεί στο εξωτερικό κατά τα πρώτα στάδια της κρίσης και ανήρχοντο σε 6 εκατομμύρια στερλίνες. Η ΤΕ τότε ανακοίνωσε ότι θα προστατεύσει πλέον την δραχμή, ελπίζοντας στην προσέλκυση και νέου συναλλάγματος. Ευνοήθηκε κιόλας από την υποτίμηση του δολαρίου τον Απρίλιο που ενθάρρυνε τον επαναπατρισμό μεγάλων ποσών από τις ΗΠΑ και αναζωογόνησε την ροή μεταναστευτικών εμβασμάτων που είχαν στερέψει το 1932. Η ΤΕ μετέτρεψε αμέσως το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων της σε χρυσό, μια κίνηση για την προστασία από την υποτίμηση και άλλων νομισμάτων.

Η επιτυχημένη διαχείριση της υπόθεσης από την ΤΕ είχε ως αποτέλεσμα την σταθεροποίηση της δραχμής για τα επόμενα τριάμισι χρόνια.

Όταν στις διαπραγματεύσεις για τον διακανονισμό του εξωτερικού χρέους μπήκε το ζήτημα της διακοπής των πληρωμών, οι πιστωτές και κυρίως οι Βρετανοί κατάλαβαν πως οι διαμαρτυρίες δεν πρόκειται να βοηθήσουν. Ο Έλληνας εκπρόσωπος την ΚΤΕ δήλωσε στο συμβούλιο στην συνεδρίαση του Μαΐου βέβαια ότι η στάση πληρωμών είναι ένα προσωρινό μέτρο και οι ελληνικές αρχές επιθυμούσαν ως προοίμιο συμβιβασμού, να γίνει μια αμερόληπτη εκτίμηση της ικανότητας της χώρας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Στην τελική συμφωνία πληρώθηκε μόνο το 27,5% των τόκων και ούτε δραχμή για χρεολύσια.

Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Δανείων της ΚΤΕ που συντάχτηκε το 1938 «μετά την στάση πληρωμών τα μεγέθη του προϋπολογισμού δείχνουν υγιείς οικονομικές συνθήκες και αυξανόμενη ευημερία… αλλά μόνο μικρό μερίδιο των αυξανόμενων εσόδων αναλώθηκε για το εξωτερικό χρέος»

Αυτό δεν εκπλήσσει: η στάση πληρωμών αποτελούσε τυπικό παράδειγμα του μηχανισμού ανάκαμψης ο οποίος συνεισέφερε στην πρώιμη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας.

Τον Απρίλιο του 1932 η κυβέρνηση Βενιζέλου εισήγαγε νέα νομοθεσία η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων την πώληση συναλλάγματος μόνο για εμπορικούς σκοπούς, επέβαλε σαρωτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές, ενίσχυσε τις προσπάθειες να αυξηθεί το εμπόριο μέσω κλίρινγκ. Οι ποσοστώσεις στις εισαγωγές ήταν αλλού μεγαλύτεροι και αλλού μικρότεροι. Τα αντικείμενα πολυτελείας, τα ζώντα ζώα και ορισμένοι τύπο βιομηχανικών και αγροτικών μηχανημάτων αντιμετώπισαν περικοπές μέχρι 75% του επιπέδου εισαγωγών του 1931. Από την άλλη μεριά οριακές μόνο μειώσεις έγιναν στα καύσιμα και στις πρώτες ύλες. Τις ποσοστώσεις συνόδευσαν αυξήσεις ονομαστικής δασμολογικής προστασίας. Έτσι κατά την διάρκεια του 1932 το εμπορικό έλλειμμα της έπεσε από τα 4,5 στα 2,4 δις δραχμές. Ακολούθησε μια σειρά διοικητικών μέτρων ( το 1934 από την κυβέρνηση Τσαλδάρη), όπως η παρά την μάταιη διαμαρτυρία των τραπεζών άρση της κατάσχεσης των υποθηκευμένων περιουσιών και η απόλυση δια νόμου από τις φυλακές όλων όσων είχαν κηρύξει πτώχευση την προηγούμενη τριετία.

Από την μεριά των εξαγωγών, συνέπεσε το ευτυχές γεγονός της αξιοσημείωτης αύξησης των πωλήσεων καπνού στην Γερμανία, όπου το πρώτο τρίμηνο του 1934 πουλήθηκαν περισσότερα καπνά από ότι όλο το 1933 και μάλιστα με τους όρους του ελληνογερμανικού κλίρινγκ, το οποίο έδειξε τότε πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της Ελλάδας.

Η ταχύτητα της ανάκαμψης ήταν εντυπωσιακή. Μόνο η Σοβιετική Ένωση και η Ιαπωνία ξεπέρασαν τους ρυθμούς της βιομηχανικής μεγέθυνσης που σημείωσε η Ελλάδα μετά το 1932. Και στην γεωργία επίσης η κατάρρευση του παγκόσμιου εμπορίου έστρεψε την αγορά στην εγχώρια παραγωγή. (Τα δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας προς την γεωργία αυξήθηκαν από 1,1 εκατομ. Δραχμές το 1932 σε 4,32 εκατομ. Δραχμές το 1939).

Η συνολική εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές μειώθηκε κατακόρυφα: Συγκρίνοντας το διάστημα 1928-1932 με το 1933-1937, βρίσκουμε πως το μερίδιο των εισαγωγών στην εγχώρια κατανάλωση υποχώρησε από 38% στο 25% στα βιομηχανικά αγαθά, από 67% σε 32% στα είδη διατροφής και το 64% σε 27% στο σιτάρι.

Αποδείχτηκε λοιπόν ότι η εγκατάλειψη του χρυσού κανόνα και των σταθερών ισοτιμιών του εθνικού νομίσματος υπήρξε σωτήρια για την ελληνική οικονομία.

Όμως η ωφέλεια που εισέπραξε η εγχώρια βιομηχανία δεν άγγιξαν τους εργάτες, δεν οδήγησε σε τεχνολογική βελτίωση, ούτε στην αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αλλά μάλλον ενίσχυσε τα ολιγοπωλιακά γνωρίσματα της ελληνικής βιομηχανίας. Οι κατεστημένες επιχειρήσεις ευνοήθηκαν από την πολιτική της κυβέρνησης των Λαϊκών. Κέρδισαν από την απροθυμία της να επιβάλλει την εργατική νομοθεσία. Η κυβέρνηση στηρίχτηκε στην χρήση του Ιδιώνυμου, στην αστυνομία και τους χωροφύλακες για να διατηρήσει την τάξη.
Η ελληνική πολιτική ηγεσία της εποχής καθόρισε με τις πράξεις της ποιος θα απολάμβανε τα ευεργετήματα της ανάπτυξης και έστρωσε έτσι το χαλί στο δρόμο για την δικτατορία Μεταξά.

 

Από το βιβλίο του Βρετανού καθηγητή ιστορίας (σήμερα) στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης Mark Mazower Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου. (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2002).

 

Αλέκος Κανελλόπουλος

ΜέΡΑ 25


Συναντήσεις

   
   
   
   
   

Νewsletter