Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, άρχισε να αναδύεται  όλο και περισσότερο έντονα  το φαινόμενο της  διεθνικής οικονομίας. Οι πολυεθνικές  εταιρείες κατάφεραν να  ενσωματώνουν αγορές πέρα από τα εθνικά σύνορα, δηλαδή να ανεξαρτητοποιούνται  από το κράτος και τους εδαφικούς του περιορισμούς.  Αυτή η ικανότητα λειτουργίας ενδυνάμωσε την τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου και τα συμφέροντα των πολυεθνικών έπαψαν πλέον να ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εθνικών κυβερνήσεων και του έθνους τους. Με τις μεθόδους υπό/υπερτιμολογήσεων κατόρθωσαν να αποφεύγουν την πληρωμή φόρων, στερώντας από τις κυβερνήσεις απαραίτητους πόρους για την κοινωνική πολιτική που αυτές εφάρμοζαν.  Η ζημιά έγινε μεγαλύτερη όταν οι κυβερνήσεις άρχισαν να υποκαθιστούν την απώλεια αυτών των πόρων με δανεικά από το παγκόσμιο κέντρο offshore, το  Σίτυ του Λονδίνου, όπου επένδυαν τα κέρδη από την φοροαποφυγή οι πολυεθνικές εταιρείες.

Η τάση αυτή της χειραφέτησης των πολυεθνικών από το παραδοσιακό έθνος-κράτος, έγινε ακόμα πιο έντονη καθώς η βιομηχανική παραγωγή άρχισε να μεταφέρεται έξω από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ένας καινούργιος καταμερισμός της εργασίας να υπονομεύει τον παλιό.

Ταυτόχρονα η θεολογία της ελεύθερης αγοράς, άσκησε πιέσεις για την μεταφορά απασχόλησης στον  ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή στις  επιχειρήσεις που εξ’ ορισμού δεν ενδιαφέρονταν για άλλα, παρά μόνο για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Η αναβίωση της  ιδεολογίας της ελεύθερης πρωτοβουλίας και της πίστης στην ελεύθερη αγορά (που εκφράστηκε «επιστημονικά» το 1944 στο βιβλίο του  Χάγιεκ  «Ο δρόμος προς την δουλεία») συνοδεύεται  με μια έντρομη καταγγελία του σοσιαλισμού και του κράτους  ταυτίζοντάς τα απόλυτα με την σκλαβιά.  Οι αντιλήψεις αυτές  κέρδισαν  την υποστήριξη πολλών επιστημόνων χάρη στις ενέργειες ανθρώπων του πανεπιστήμιου του Σικάγου με κύριο εκφραστή τον καθηγητή Μίλτον Φρίντμαν.

Παρότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει  καμία ενιαία και συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, αυτή  επικράτησε και  απόκτησε πολιτική υπόσταση. Συντάχτηκαν και όσοι δυσπιστούσαν στα κίνητρα της κρατικής εξουσίας. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε όλοι: Μείωση των φορολογικών εσόδων, καταστροφή του κοινωνικού κράτους, τεράστια αύξηση της ανεργίας. Ο συνεχιζόμενος δανεισμός των κυβερνήσεων  έχει επιφέρει  την  τεράστια αύξηση του χρηματιστικού κεφαλαίου και την  συγκέντρωσή του  στα χέρια τραπεζιτών οπότε φυσιολογικά  προκύπτει   ανάγκη για την «διευκόλυνση»  της περαιτέρω επένδυσής του  που γίνεται   όχι με την μορφή παραγωγικών επενδύσεων, αλλά,  με την μορφή νέων δανείων προς τις κυβερνήσεις και με τις τοποθετήσεις σε μετοχές  στα χρηματιστήρια των διαφόρων κρατών, μια  διαδικασία βασισμένη σε  πρακτικές δήθεν αξιολογήσεων και χειραγώγησης,  που τους επιτρέπει  να αποκομίζουν γρήγορα νέα κέρδη.

Και επειδή ότι είναι  κακό για τους πολλούς  είναι καλό για τους λίγους, προτείνεται  και ένα γνωστό φάρμακο: Η  μείωση των μισθών  για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας  της οικονομίας, μέσω της εσωτερικής υποτίμησης,  .

Το κόστος όμως της ανθρώπινης εργασίας δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το όριο στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζουν σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης το οποίο θεωρείται αποδεκτό από την κοινωνία τους. Οι άνθρωποι δεν έχουν «σχεδιαστεί» με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι όλο και πιο αποτελεσματικοί για αυτό το  καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής που προς το παρόν φαίνεται να έχει θριαμβεύσει.

 

Πλείστοι όσοι μορφωμένοι και μη ειδωλολάτρες, ακόμα και στον 3ο και 4ο αιώνα μΧ., ελάχιστα είχαν αντιληφθεί την αλλαγή που είχε συντελεστεί από καιρό και συνέχιζαν να μιλούν για την ζωντάνια και την ανανεωσιμότητα της πίστης τους, περίπου όπως σήμερα πολλοί κάνουν λόγο για το ασυμπλήρωτο ακόμα έργο των Νέων Χρόνων. (Π. Κονδύλης).

 

Τα πράγματα έτσι ή αλλιώς θα αλλάξουν. Το ποια θα είναι η μοίρα της  νεοφιλελεύθερης όψης του καπιταλισμού εξαρτάται από  την αντοχή των στοιχείων στα οποία στηρίζεται, και τα οποία είναι:

Το χρήμα χωρίς αντίκρισμα, που έδωσε την δυνατότητα στον ανεπτυγμένο κόσμο να ζει δημιουργώντας χρέη, παρά την παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση.
H χρηματιστικοποίηση που αντικατέστησε με πίστωση το στάσιμο εισόδημα των εργαζομένων.
Οι  παγκόσμιες ανισότητες και οι κίνδυνοι  που ελλοχεύουν  από τα τεράστια χρέη και τα συναλλαγματικά αποθέματα των μεγάλων χωρών.
Η  τεχνολογία των πληροφοριών.
 

-Πρώτο χαρακτηριστικό: Το χρήμα χωρίς αντίκρισμα.

Γνωρίζουμε  ότι οι τράπεζες «δημιουργούν» χρήμα, με το να δανείζουν περισσότερα από το ρευστό που κατέχουν στα χρηματοκιβώτιά τους.

Μέχρι το 1988, υπήρχαν νομοθετημένα όρια που περιόριζαν την δημιουργία αυτού του τύπου χρήματος τα οποία με βάση την πρώτη συμφωνία της Βασιλείας ατόνησαν. Μετά το 2004 όταν συνάφθηκε η δεύτερη συμφωνία της Βασιλείας, καταθέσεις και δάνεια έγιναν τόσο περίπλοκα  ώστε την αξία και ποιότητα κάθε κεφαλαίου, όπως και την εκτίμηση του ρίσκου, θα εκτιμούσαν πλέον οι γνωστοί «οργανισμοί αξιολογήσεων».

Όσο οι χρηματοοικονομικές συνθήκες ήταν θετικές και προβλέψιμες, τα κέρδη των τραπεζών παρέμεναν υψηλά. Η τραπεζική δραστηριότητα έγινε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παιχνίδι τακτικής, με κύριο μέλημα την υφαρπαγή χρημάτων από πελάτες και ανταγωνιστές, γεγονός που οδήγησε στην ευρέως αποδεκτή αυταπάτη ότι  το χρήμα γεννά χρήμα. Για να εξυπηρετηθεί δε η απαιτούμενη ρευστότητα από την τακτική αυτή, υπολογίζεται πως τυπώθηκαν παγκοσμίως μετά το 2004 το αντίστοιχο των  12 τρισεκατομμυρίων  δολαρίων, ίσο με το ένα έκτο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Η νομοτελειακά επερχόμενη όμως μετάβαση στον κόσμο του «πραγματικού» χρήματος θα έχει τεράστιο κόστος. Η αντικατάσταση του χρήματος χωρίς αντίκρισμα με το «πραγματικό» χρήμα, (που δεν μπορεί να υφίσταται ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις), θα γίνει με τέτοιο τρόπο που η παρούσα κρίση θα φαίνεται σαν την δόνηση πριν τον κύριο σεισμό.

 

-Το δεύτερο χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού,  δηλ. η   χρηματιστικοποίηση, περιγράφει τέσσερις συγκεκριμένες αλλαγές που ξεκίνησαν κατά την δεκαετία του 1980.

Α. Οι εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν την επέκτασή τους εγκατέλειψαν τις τράπεζες και  στράφηκαν στις ελεύθερες αγορές (χρηματιστήρια), όπου το κόστος του χρήματος ήταν ακόμα μικρότερο, έως και δωρεάν.

Β. Οι τράπεζες στράφηκαν  στους καταναλωτές  ως πηγή κερδοφορίας, αρχικά με τα στεγαστικά δάνεια και ύστερα με όλα τα υπόλοιπα.

Γ. Οι καταναλωτές έγιναν άμεσα συμμέτοχοι στις χρηματαγορές. Οι πιστωτικές κάρτες, οι υπεραναλήψεις, τα φοιτητικά  και τα καταναλωτικά δάνεια  έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας στηρίχτηκε όχι στην πρόσληψη εργατών και την πώληση αγαθών και υπηρεσιών σ’ αυτούς, αλλά στον δανεισμό τους.

Δ. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με την θεσμοθέτηση νέων τραπεζικών και χρηματιστηριακών προϊόντων, κάθε απλή οικονομική δραστηριότητα εγείρει και μια αγορά σύνθετων χρηματοοικονομικών. Οποιοσδήποτε αγοράζει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο δημιουργεί ένα μετρήσιμο χρηματοοικονομικό κέρδος κάπου μέσα στο σύστημα. Ένα συμβόλαιο κινητού τηλεφώνου αλλά και  η συνδρομή στο γυμναστήριο, όλα τα πάγια έξοδα των καταναλωτών είναι πακεταρισμένα μέσα σε χρηματοοικονομικά προϊόντα και αποδίδουν σταθερό τόκο σε έναν επενδυτή (πριν ακόμα αποφασίσει κανείς να τα αγοράσει).

Και το καλύτερο: Κάποιοι, που ο καταναλωτής δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του, στοιχηματίζουν στο αν θα εξοφλήσει ή όχι τους λογαριασμούς του.

Έτσι, οι χαμηλοί μισθοί και η χρηματιστικοποίηση πάνε πακέτο όπως ακριβώς και η επισφαλής εργασία και τα συσσίτια.  Ο μύθος στην καρδιά του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι όλοι μπορούν να απολαύσουν τον καταναλωτικό τρόπο ζωής χωρίς την αύξηση των μισθών.

Η μαζική πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα βόλευε τους πάντες: Τους πολιτικούς που γενικώς δεν έπαιρναν χαμπάρι και καμάρωναν μιλώντας για ανάπτυξη, τους τραπεζίτες που πλούτιζαν από την πώληση δανείων σε κόσμο που δεν το άντεχε. Βόλεψε και τον καθημερινό άνθρωπο με την έννοια ότι ποιος μπορεί να αρνηθεί το φθηνό χρήμα; Χώρια και από την δημιουργία μιας τεράστιας βιομηχανίας υπηρεσιών δίπλα στους εύπορους: Ο ανθοπώλης, ο δάσκαλος γιόγκα, ο κατασκευαστής σκαφών και πάει λέγοντας.

Η προκύπτουσα ιδιωτικοποίηση της οικονομίας νομιμοποιείται από την γενική πλέον αίσθηση ότι αυτή αποτελεί το καλύτερο μέσο προς επίτευξη της γενικής ευημερίας. (Αλλά αγνοεί ότι η απόδοση της ιδιωτικής οικονομίας δεν αποτελεί ιδιωτικό ζήτημα, αλλά υπόθεση δημόσια και στο έπακρο πολιτική).

Η κακοτυχία επίσης  είναι ότι ενώ το χάρτινο χρήμα είναι απεριόριστο, οι μισθοί είναι αληθινοί. Όσο μεγάλη κι αν είναι η ποσότητα χρήματος που παράγεται, αν το μέρος που καταλήγει στους εργαζόμενους είναι ολοένα και μικρότερο, την ίδια ώρα που ένα αυξανόμενο τμήμα των κερδών προέρχεται από τα δικά τους δάνεια και πιστωτικές κάρτες, θα έρθει η στιγμή τα πράγματα θα φτάσουν σε αδιέξοδο. Δηλαδή στην φούσκα και την έκρηξη.

Ο ιστορικός Φ. Μπροντέλ είπε ότι η παρακμή μιας οικονομίας ξεκινά με την στροφή της στα χρηματοοικονομικά. Είναι λέει σημάδι ότι εισέρχεται στην τρίτη ηλικία, είναι σημάδι του φθινοπώρου που επίκειται.

 

-Τρίτο χαρακτηριστικό: Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του νεοφιλελευθερισμού είναι η εμφάνιση των «παγκόσμιων ανισοτήτων» στο εμπόριο, τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός αναπτύχθηκε μόνο και μόνο επειδή ορισμένες χώρες-κλειδιά  επιλέγουν να μην τον εφαρμόσουν. Η Γερμανία, η Κίνα και η Ιαπωνία (και μερικές άλλες μικρότερες) χειραγωγούν το εμπόριό τους, τις επενδύσεις τους και την θέση τους στην αγορά συναλλάγματος με στόχο να συγκεντρώσουν το ρευστό των υπολοίπων χωρών. Αυτό τους δίνει και πολιτική ισχύ: Η ικανότητα της Γερμανίας να επιβάλει ταπεινωτικούς όρους στην Ελλάδα, το αποδεικνύει στην πράξη. Αυτές οι ανισότητες δημιουργούν το εύφλεκτο υλικό, φορτώνοντας τα χρηματοοικονομικά συστήματα των υπολοίπων χωρών με μη βιώσιμα χρέη και εξαναγκάζοντας χώρες όπως η Ελλάδα, που δεν έχουν την δύναμη να εξάγουν την κρίση τους, να πέσουν σε μια θανάσιμη περιδίνηση λιτότητας, αφήνοντάς τις αντιμέτωπες με βουνά δημοσίου χρέους, που είναι αδύνατο να αποπληρωθούν.

 

-Τέταρτο χαρακτηριστικό: Η τεχνολογική επανάσταση.

Η τεχνολογική επανάσταση που συνεχίζει να καλπάζει παρά την οικονομική κρίση, πιθανώς  θα αποτελέσει την βόμβα στα θεμέλια του  καπιταλισμού.

Εξηγούμαι: Από την τεχνολογική επανάσταση αναδύθηκε η «κοινωνία της πληροφορίας», γεγονός που έχει επιφέρει σε παγκόσμια κλίμακα σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Αρχικά η νέα τεχνολογία, ήταν προσαρμοσμένη απόλυτα στις κλασικές δομές του καπιταλισμού. Αργότερα, με την έλευση του διαδικτύου,  εξελίχθηκαν κάποια  επαναστατικά βήματα βασισμένα στην δυνατότητα των ανθρώπων να παράγουν και να καταναλώνουν γνώση, ανεξάρτητα από τα κανάλια που δημιουργήθηκαν την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Τις πρώτες δονήσεις τις αντιληφθήκαμε στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, στη μουσική βιομηχανία και στην αιφνίδια απώλεια του κρατικού μονοπωλίου πολιτικής προπαγάνδας και ιδεολογίας. Μετά άρχισαν να υπονομεύονται οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας και  ιδιωτικής  ζωής  και άρχισε ο πόλεμος για το ποιος έχει το δικαίωμα να κατέχει και να αποθηκεύει πληροφορίες. 

Η μεγαλύτερη επίπτωση όμως  μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται κατανοητή και δεν είναι άλλη από την μέτρηση της αξίας που παράγει το διαδίκτυο. Το 2013 οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ αποφάνθηκαν ότι η αξία αυτή είναι αδύνατο να κοστολογηθεί με τα παραδοσιακά εργαλεία της αγοράς. «Οι επιπτώσεις του Διαδικτύου στις συναλλαγές και στην προστιθέμενη αξία εντός αγορών είναι αδιαμφισβήτητα εκτεταμένες αλλά οι επιπτώσεις του στις αλληλεπιδράσεις εκτός αγορών είναι ακόμα πιο σοβαρές» έγραψαν.

Από αυτό προκύπτει μια σοβαρή υπόνοια: Μια οικονομία της πληροφορίας είναι ασύμβατη με μια οικονομία των αγορών.

 

Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα η Αριστερά θεωρούσε πως μόνο ο κρατικός σχεδιασμός μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο εκτός καπιταλισμού. Οι αριστεροί διανοούμενοι είχαν στηριχτεί στις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, την χαοτική φύση των αγορών, στην ανικανότητα ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και στην τάση για καταστροφικές κρίσεις.

 

Όμως ο Μαρξ στα Grundrisse (στο Απόσπασμα για τις μηχανές) είχε ήδη προβλέψει και ένα άλλο είδος μετάβασης: Είχε φανταστεί ότι η κοινωνικά παραγόμενη πληροφορία θα ενσωματωνόταν στις μηχανές και ότι αυτό θα δημιουργούσε μια νέα δυναμική που θα κατέστρεφε τους παλαιούς μηχανισμούς σχηματισμού τιμών και παραγωγής κέρδους. Και είχε περιγράψει ότι η πληροφορία θα αποθηκευόταν και θα διαμοιραζόταν μέσω που εκείνου που αποκάλεσε «γενικό νου», δηλαδή των διασυνδεδεμένων μέσω της κοινωνικής γνώσης πνευματικών διεργασιών όλων των ανθρώπων και έτσι κάθε βελτίωση στο σύστημα θα ευνοούσε τους πάντες. Επιπροσθέτως είχε φανταστεί και την απελευθέρωση από την εργασία ως τον βασικό στόχο της εργατικής τάξης, στην περίπτωση που προέκυπτε ένας τέτοιος κόσμος.

 

Είναι νωρίς για όλα αυτά; Μάλλον, δεδομένου ότι η εργασία δεν έχει αλλάξει  τον τελικό της σκοπό:  είναι παρούσα μέσα σε όλα τα εμπορεύματα και αποτελεί την κοινή ουσία όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων, οπότε είναι η βασική  πρακτική που δημιουργεί αξίες. Η προβληματική που προκύπτει όμως έγκειται στην μέτρηση της αξίας που δημιουργείται από την εργασία που παράγει «γνώση» όταν αυτή μέσω του διαδικτύου γίνεται κοινόχρηστη και  μπορεί  να μεταφερθεί από την μια χρήση στην άλλη, τη  στιγμή που η κύρια λειτουργία του νόμου της αξίας στον καπιταλισμό είναι να καταστήσει σαφές ότι ενώ δεν υπάρχει κεντρικός έλεγχος , υπάρχει η τάξη που προκύπτει από την ορθολογικότητα της αγοράς, (τάξη που σημαίνει ότι δεν υπάρχει προϊόν χωρίς αξία). Αυτό δημιουργεί τη  υπόνοια ότι ενώ αρχικά η αξία της εργασίας ήταν προσδεμένη με τις δομές του κεφαλαίου, τώρα  και οι δύο αυτές έννοιες είναι μεταβλητά στοιχεία: αν η εργασία είναι η βάση της αξίας, άλλο τόσο και η αξία είναι η βάση της εργασίας, ιδίως αφού η εργασία μεταβάλλεται  ολοένα και περισσότερο προς την άυλη μορφή της.

 

Έχει προκύψει λοιπόν ένας καπιταλισμός ασυνάρτητος, αγχώδης, πυρετώδης και ασταθής. Βρισκόμαστε παγιδευμένοι μέσα σ’ ένα κόσμο μονοπωλίων και αναποτελεσματικότητας, σ’ ένα κόσμο διάσπαρτο  με τα ερείπια της ελεύθερης αγοράς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σ’ ένα κόσμο όπου οι δουλειές χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο γίνονται καθεστώς, γεμάτο παράνοια. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εργοδοσία στα εργοστάσια Foxconn της Apple στην Κίνα, που το 2010 εξανάγκασε τους εργάτες να δεσμευτούν με συμβόλαιο ότι δεν θα αυτοκτονούσαν λόγω των ιδιαίτερα στρεσογόνων εργατικών συνθηκών! 

Και μέσα σ’ όλα αυτά, διακυβεύεται και το βασικότερο συστατικό της αστικής δημοκρατίας: Η ελευθερία δεν είναι πλέον αναγκαία και προσφέρεται να ανταλλαγεί   με κάθε είδους «ασφάλεια».

Σαν εκείνη του Χατζή – Σεκρέτη (υμνητή του Αλή Πασά) όταν ακούει τα νέα από το Παρίσι:

…………………………………………………………..

Εμείς δεν θέλμε λιμπερτά μηδέ ελευθερία

Μήπως στο Μπάνιο είμαστε, απάν’ στην τυρρανία;

Έχομε τα σοχμέτια μας και την ανάπαψί μας

Και θέλομε να είμασθεν εμείς με την τιμή μας

Και λιμπερτά να κάνετε στο σπίτι το δικό σας

Τι σήμερα στον τόπο μας δεν γίνετ’ ο σκοπός σας.

……………………………………………………………

 

Δερβένι 24/6/2019

Αλέκος Κανελλόπουλος

ΜέΡΑ 25


Συναντήσεις

   
   
   
   
   

Νewsletter